Tips

Μάθετε πως θα λύσετε τα προβλήματα στον χώρο σας

Tips

Με τον όρο χρώμα εννούμε το υλικό που επικαλύπτει μία επιφάνεια και σχηματίζει ένα ενιαίο υμένα (φιλμ) στερεά προσκολλημένο σε αυτήν. Η βαφή γίνεται για λόγους προστασίας ή αισθητικής. Τα περισσότερα χρώματα είναι οργανικές επικαλύψεις και εφαρμόζονται επάνω σε κάθε είδους επιφάνειες όπως ξύλο, ξυλοπολτό, πλαστικό, τσιμέντο, σοβάδες, ύφασμα, μάρμαρο . Σε αντιδιαστολή με τα χρώματα υπάρχουν οι καθαρά ανόργανες επικαλύψεις, όπως οι επιμεταλλώσεις, οι ανοδιώσεις κ.α..

Το χρώμα κατά κανόνα αποτελείται από 4 βασικές κατηγορίες πρώτων υλών :

1. Εναν υγρό συνδετικό φορέα (ρητίνη), είτε υδατοδιαλυτό, είτε παραγώγων πετρελαίου (white spirit, ξυλόλη κ.α.). Ο φορέας αυτός προσδίδει κατά βάση και την ταυτότητα στο χρώμα αλλά και μια σειρά από σημαντικές ιδιότητες όπως αντοχές, στέγνωμα, πρόσφυση κλπ.

2. Διάφορα στερεά όπως χρωστικά, γεμιστικά κ.α. Αυτές οι ουσίες προσδίδουν στο χρώμα την απόχρωση του, την καλυπτικότητά του και παράλληλα υποβοηθούν και σε μια σειρά από άλλες ιδιότητες (δούλεμα, άπλωμα, βάρος κλπ.)

3. Βοηθητικά υλικά όπως διασπορείς, αντιαφριστικά, αντικαθιστικά, στεγνωτικά κ.α. που βοηθούν αφ' ενός μεν στην σωστή μίξη και κατεργασία του χρώματος αλλά και του προσδίδουν την τελική μορφή ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί στις διάφορες επιφάνειες σχηματίζοντας έναν υμένα που τις προστατεύει και τις ομορφαίνει.

4. Οι διαλύτες που είναι είτε το νερό είτε διάφορα παράγωγα πετρελαίου που βοηθούν στην σωστή ρεολογία και εφαρμογή του χρώματος.

Η λανθασμένη αραίωση είναι ένα από τα συχνότερα σφάλματα κατά την βαφή και σχεδόν πάντα έχει σαν συνέπεια το μη ικανοποιητικό και κατώτερης ποιότητας αποτέλεσμα. Τα χρώματα παράγονται με σωστά υπολογισμένες συνταγές που δίνουν την επιθυμητή κάλυψη, στρώσιμο, στέγνωμα, αμετάβλητη απόχρωση και αντοχή. Υπερβολική αραίωση ή χρησιμοποίηση ακατάλληλου διαλυτικού διαταράσσει την ισορροπία του χρώματος και πολύ συχνά έχει σαν αποτέλεσμα μία κακή επιφάνεια.

Εάν ένα προϊόν έχει σχεδιασθεί για να αραιωθεί από τον βαφέα, καθορίζεται επακριβώς η ποσότητα που πρέπει να χρησιμοποιηθεί καθώς και το είδος του διαλυτού, εάν δεν απαιτείται αραίωση το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην προσφερόμενη στο δοχείο πυκνότητα.

Σε γενικές γραμμές, τα χρώματα ή τα βερνίκια στεγνώνουν πιο ομοιόμορφα όταν η υγρασία χώρου είναι σχετικά χαμηλή. Αντίθετα με τον ξηρό αέρα τα υδατοδιαλυτά κυρίως χρώματα στεγνώνουν πολύ γρήγορα και σχετικά ανεξέλεγκτα.

Η εξίδρωση είναι ένας αποχρωματισμός που προκαλείται από την διαπήδηση στην επιφάνεια διαλυτών ουσιών που υπήρχαν στην επιφάνεια πριν από τη βαφή. Αυτός ο αποχρωματισμός συνήθως εμφανίζεται ξαφνικά. Ασταρώστε πριν από τη βαφή τους ρόζους και την γύρω επιφάνεια.

Παρουσιάζεται πάντα σε εσωτερικούς χώρους που έχουν βαφεί με αλκυδικά χρώματα όταν υπάρχει απουσία φωτός.

Τι είναι γαλβάνισμα; Το γαλβάνισμα είναι απλώς η εφαρμογή μίας επίστρωσης ψευδαργύρου (τσίγκου) επάνω στη σιδηρά επιφάνεια. Ο ψευδάργυρος είναι μεταλλουργικά ενσωματωμένος με τον σίδηρο. Η επιψευδαργύρωση (γαλβάνισμα) προστατεύει την σιδερένια επιφάνεια από την οξείδωση. Ο ψευδάργυρος είναι δυνατό να εφαρμοσθεί με διάφορες μεθόδους ανάμεσα στις οποίες η εμβάπτιση εν θερμώ και η μηχανική επικάλυψη. Τυπική εφαρμογή αυτών των μεθόδων γίνεται στις υδροροές, σκεπές, εξαεριστήρες, αγωγούς κτλ.

Η έκθεση των γαλβανισμένων επιφανειών στίς εξωτερικές ατμοσφαιρικές συνθήκες προκαλεί οξείδωση της επικάλυψης ψευδαργύρου. Αυτή η οξείδωση δημιουργεί μία ελαφρά χρωματισμένη στοιβάδα επάνω στην επιφάνεια που είναι γνωστή σαν "λευκή σκουριά".

Η βαφή μίας επιφάνειας έχει σαν σκοπό τη βελτίωση της εμφάνισης της, την προστασία της ή και τα δύο. Η βαφή μίας γαλβανισμένης επιφάνειας εξυπηρετεί τους ίδιους σκοπούς. Ομως η γαλβανισμένη επιφάνεια δεν είναι εύκολο να βαφεί, κατά βάση υπάρχουν δύο παράγοντες που οδηγούν σε μία επιτυχημένη βαφή.

Πρώτον να αποφευχθούν ορισμένες παγίδες που είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αποτυχία και δεύτερον να εξασφαλιστεί η κατάλληλη προετοιμασία της επιφάνειας πριν από τη βαφή.

1. Οι άβαφες επιφάνειες. Να αποφεύγεται η βαφή πάνω σε λεία, σκληρή και μη κατάλληλα προετοιμασμένη γαλβανισμένη επιφάνεια, διότι το χρώμα δεν θα έχει επαρκή πρόσφυση.

2. Η υπόθεση ότι όλες οι επιψευδαργυρώσεις είναι ίδιες. Η βιομηχανία παράγει γαλβανίσματα διαφόρου τύπου. Μερικά είναι έτοιμα να δεχθούν βαφή, άλλα όμως όχι. Αυτά που είναι για βαφή, έχουν υποστεί κατεργασία με μία χημική ουσία που βελτιώνει την πρόσφυση του χρώματος στο υπόστρωμα. Το μέγεθος της φωλίδος επίσης επηρεάζει την πρόσφυση. Οσο μικρότερη είναι η φωλίδα τόσο πιο "σαγρέ" είναι η επιφάνεια και συνεπώς καλύτερη η πρόσφυση. Είναι φρόνιμο να ζητάτε ενημέρωση από τον προμηθευτή σας για τον τύπο του γαλβανίσματος.

3. Κατεργασία με χρωμικά. Πρέπει να αποφεύγεται η βαφή επάνω σε επιφάνειες που έχουν υποστεί κατεργασία με χρωμικά. Εάν υπάρχει τέτοια κατεργασία είναι δυνατό η πρόσφυση να μην είναι επαρκής ή να γίνει αποκόλληση του γαλβανίσματος.

4. Μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας. Η βαφή γαλβανισμένου σιδήρου που θα υφίσταται μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε σκασίματα του χρώματος. Ο λόγος είναι ο διαφορετικός συντελεστής διαστολής μεταξύ του υποστρώματος και της επικάλυψης. Η βαφή μεγάλων επιφανειών τονίζει αυτό το πρόβλημα και οι επιφάνειες αυτές είναι πιο επίφοβες στο να παρουσιάσουν αποτυχίες βαφής.

5. Οξινα διαλύματα καθαρισμού. Οι γαλβανισμένες επιφάνειες πολλές φορές πλένονται με διαλύματα ξυδιού και άλλων οξέων πριν από τη βαφή. Αυτή η διαδικασία δεν συνιστάται και είναι δυνατό να οδηγήσει σε πρόωρες καταστροφές βαφής.

6. Αλκυδικά αστάρια. Τα αλκυδικά αστάρια (white spirit) δεν συνιστώνται για γαλβανισμένες επιφάνειες. Η αντίδραση του υδραργύρου και των λιπαρών οξέων είναι δυνατό να προκαλέσει δημιουργία σαπώνων ψευδαργύρου και μπορεί να οδηγήσει μελλοντικά στην απώλεια προσφύσεως μεταξύ μετάλλου-χρώματος.

7. Βαφή παλαιών σκουριασμένων γαλβανισμένων επιφανειών με τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν καθαρές. Αυτό δεν είναι σωστό. Οι επιφάνειες θα πρέπει να θεωρηθούν και να κατεργαστούν σαν απλές σιδηρές επιφάνειες.

Η μούχλα είναι ένας μικροσκοπικός φυτικός οργανισμός παρασιτικής μορφής και αναπτύσσεται σε επιφάνειες που προσφέρουν τροφή ( οργανικά υλικά όπως ξύλο, ορισμένα χρώματα, υφάσματα, χαρτί). Η ζέστη, το σκοτάδι και η υγρασία δημιουργούν τις ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της μούχλας. Πολλές φορές η μούχλα συγχέεται με άλλους λεκέδες όπως αποχρώματισμός από αέρια, σκόνη ή σκουριά. Συνήθως αναγνωρίζεται από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Η μούχλα μοιάζει με εξάνθημα. Ο αποχρωματισμός δεν είναι ομοιόμορφος.
  • Πολλές φορές τρίβεται (σαν σκόνη) και σχεδόν πάντοτε εμφανίζεται σαν πρόβλημα επιφανείας.
  • Εμφανίζεται σε μέρη και με συνθήκες όπου η ατμοσφαιρική υγρασία είναι συνέχεια υψηλή ή όπου το υπόστρωμα είναι υγρό.
  • Η μούχλα ξεβάφει εάν στάξουμε επάνω σ' αυτή μερικές σταγόνες λευκαντικού οικιακής χρήσεως (χλωρίνη), ενώ ο αποχρωματισμός δεν επηρεάζεται.
  • Πριν από την βαφή απαιτείται πλήρης απομάκρυνση της μούχλας. Το γυμνό ή βαμμένο ξύλο πρέπει να τριφτεί με τις ακόλουθες αναλογίες διαλύματος :
    • Οικιακό Λευκαντικό (Χλωρίνη) 1 Κιλό.
    • Απορρυπαντικό οικιακό μη αμμωνιούχο (μην αναμειγνύετε σε καμία περίπτωση λευκαντικό με αμμωνία) 1 κουταλάκι της σούπας και στη συνέχεια προσθέτετε άλλα τρία κιλά ζεστό νερό.
    • Πλένετε προσεκτικά και αφήνετε να στεγνώσει. Βεβαιωθείτε ότι δεν έχει παραμείνει νερό σε χαραμάδες. Βάψτε αμέσως για να προληφθεί αναμόλυνση.
    • Προσοχή: Το οικιακό λευκαντικό είναι δυνατό να προκαλέσει ερεθισμό στο δέρμα και τα μάτια.

Με εμβάπτιση
Χρησιμοποιείται κυρίως για την βαφή μικροαντικειμένων ή για αστάρωμα ογκωδών κατασκευών π.χ. αυτοκινήτων. Εάν το χρώμα είναι διαλυτού υπάρχουν κίνδυνοι ανάφλεξης, εξατμίσεων κ.λ.π.

Με πινέλο
Ο πιο γνωστός τρόπος βαφής. Απαιτεί κάποια δεξιοτεχνία για να αποδώσει ικανοποιητική επιφάνεια.

Με ρολό
Χρησιμοποιείται κυρίως για την βαφή χρωμάτων υδατικής διασποράς. Με ρολό όμως βάφονται και χρώματα διαλυτού, για ευκολία όταν η επιφάνεια είναι μεγάλη και επίπεδη και στη συνέχεια στρώνονται συνήθως με πινέλο.

Με ψεκασμό (πιστολέτο βαφής)
Καθαρά επαγγελματικός τρόπος βαφής. Υπάρχουν πολλών τύπων πιστολέτα βαφής.
- με δοχείο επάνω από την λαβή και το μπεκ (πολύ μικρό μέγεθος).
- με δοχείο ανηρτημένο στο κάτω μέρος.
- σε βιομηχανικές μονάδες, όπου υπάρχει συνεχής βαφή με μεγάλη κατανάλωση χρώματος, το χρώμα βρίσκεται μέσα σε ένα κάδο με τάρακτρο και οι σωληνώσεις με τον αέρα και το χρώμα ξεκινούν από τον κάδο και οδηγούνται στο πιστολέτο που χειρίζεται ο βαφέας. Το χρώμα βρίσκεται ή σε θερμοκρασία χώρου ή θερμαινόμενο για να χρησιμοποιείται λιγότερος διαλύτης.

Ψεκασμός με airless & airmix
Στο airless η εκνέφωση του χρώματος δεν επιτυγχάνεται με αέρα υπό πίεση και εκτόνωση, όπως στα απλά πιστολέτα, αλλά με μηχανική πίεση. Το χρώμα πιέζεται με 110-170 Atm. Ενδιάμεσος τύπος μεταξύ απλού και airless είναι το airmix. Η πίεση είναι 19-35 Atm αλλά επενεργεί και αέρας για να επιτευχθεί η εκνέφωση.

Ηλεκτροστατική βαφή
Χρησιμοποιείται για την βαφή μικροαντικειμένων ή αντικειμένων με μεγάλα ανοίγματα ή όπου υπάρχουν σημεία όπου το χρώμα δεν μπορεί να φθάσει λόγο δημιουργημένων "σκιών". Το χρώμα με κατάλληλο διαλύτη καθίσταται αγώγιμο και δημιουργείται μία διαφορά δυναμικού -ανάμεσα στο πιστολέτο βαφής και το αντικείμενο.

Με ηλεκτροφόρηση
Στην πραγματικότητα πρόκειται για ηλεκτρόλυση. Το δοχείο με το χρώμα (υδατοφερόμενο πάντοτε) συνδέεται με την κάθοδο(-). Το προς βαφή αντικείμενο συνδέεται με την άνοδο (+) και η συνδετική ύλη (BINDER) συμπαρασύροντας τα λοιπά εκτός νερού στοιχεία του χρώματος επικάθεται ηλεκτρολυτικά επί της επιφανείας.

Με κουρτίνα μονής ή διπλής κεφαλής
Χρησιμοποιείται για την βαφή σε βιομηχανική κλίμακα μεγάλων επίπεδων επιφανειών.

Χαμηλές θερμοκρασίες: Τα χρώματα και τα βερνίκια είναι ευαίσθητα στις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Η ιδεώδης θερμοκρασία εφαρμογής είναι 65 - 77° F (18° - 25°C). Σε χαμηλές θερμοκρασίες και ψυχρή επιφάνεια αυξάνεται το ιξώδες και το χρώμα γίνεται πιο πυκνόρρευστο. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν εφαρμόζεται με το πινέλο εύκολα και το πάχος του φιλμ είναι μεγαλύτερο του επιθυμητού, Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη εξάτμιση του διαλυτού μπορεί και έχει σαν αποτέλεσμα τρεξίματα και κρεμάσματα σε κατακόρυφες επιφάνειες ή ζαρώματα. Επίσης η γυαλάδα είναι δυνατό να ελαττωθεί σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Σε θερμοκρασίες κάτω από 46°F(8° C), η ρητίνη ή και τα σωματίδια του γαλακτώματος στα πλαστικά χρώματα δεν συγκολλούνται μεταξύ τους, ώστε να είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα συνεχές και συνεκτικό φιλμ. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μαλακό φιλμ, με μειωμένη πρόσφυση, αντοχή στο πλύσιμο και αντοχή σε εξωτερικούς χώρους.

Επιστρώματα με σκληρυντές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε χαμηλές θερμοκρασίες. Μερικά δεν στεγνώνουν εντελώς, εάν η θερμοκρασία της επιφάνειας είναι χαμηλότερη από 50° F(10°C). Υπάρχουν ειδικές οδηγίες για τα προϊόντα δύο συστατικών που πρέπει να ακολουθούνται με ακρίβεια.

Υψηλές θερμοκρασίες: Οι υψηλές θερμοκρασίες ελαττώνουν το ιξώδες και κάνουν το υλικό λεπτότερο. Με πινέλο εφαρμόζεται εύκολα και το πάχος του φιλμ είναι μικρότερο. Αλλά και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό να υπάρξουν τρεξίματα ή κρεμάσματα λόγω της μεγάλης ρευστότητας. Επίσης, σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να ελαττωθεί η γυαλάδα.

Οι υψηλές θερμοκρασίες επιταχύνουν το στέγνωμα, ιδιαίτερα στα υδατοδιαλυτά χρώματα, όπου πρέπει να βάφονται με γρήγορες κινήσεις, να ολοκληρώνετε την βαφή σχετικά μικρών επιφανειών πριν προχωρήσετε σε άβαφες επιφάνειες και να διατηρείτε πάντα υγρό χρώμα στην άκρη του εργαλείου βαφής για να είναι δυνατό το σουμάρισμα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην επανέρχεστε στην βαφή επιφανειών που έχουν μισοστεγνώσει. Αφείστε την επιφάνεια να στεγνώσει καλά και τότε την ξαναβάφετε. Ολα τα υδατοδιαλυτά χρώματα για να δώσουν επιφάνεια σαν τζάμι στο ξύλο, πρέπει να περαστούν με πιστόλι

Η δυνατότητα βαφής των ηχομονωτικών στοιχείων διαφέρει πολύ από τύπο σε τύπο και εξαρτάται από την εξωτερική εμφάνιση και το είδος του υλικού. Τα στοιχεία αυτά κατασκευάζονται από μεγάλη ποικιλία υλικών που όλα είναι εξαιρετικά πορώδη . Μερικοί τύποι μπορεί να βαφούν χωρίς να επηρεάζεται καθόλου η ικανότητα ακουστικής απορρόφησης, αλλά μερικοί θα πρέπει να βάφονται με φειδώ για να μην χάνουν μεγάλο μέρος ή και όλη τους την ηχοαπορροφητική ικανότητα.

Οι πόροι στα ακουστικά υλικά κλειστής κυψέλης υπάρχει πιθανότητα να γεμίσουν ή να γεφυρωθούν από το χρώμα , ελαττώνοντας έτσι τις ηχοαπορροφητικές τους ικανότητες. Είναι προτιμότερο για όλα τα ηχομονωτικά στοιχεία η βαφή να γίνεται με πιστόλι.
Διάτρητες πλάκες ή πλακίδια είναι δυνατό να βαφούν με ασφάλεια πολλές φορές εφ' όσον το χρώμα δεν μικραίνει τη διάμετρο των οπών στην επιφάνεια. Υλικά με σχισμές ή με υφασμάτινη υφή δεν έχουν τόσο καλά χαρακτηριστικά βαφής.

Τα ματ υδατοδιαλυτά χρώματα είναι προτιμότερα από τα ημίστιλπνα ή γυαλιστερά, διότι :

1. είναι περισσότερο πορώδη και δεν επηρρεάζουν τις ακουστικές ιδιότητες,

2. έχουν μικρότερη αναλογία ρητίνης και σαν συνέπεια μικρότερη τάση για να γεφυρώσουν τις σχισμές και τα διάκενα αυτών των υλικών που έχουν υφασμάτινη υφή,

Η σύγχρονη διακόσμηση απαιτεί όπως οι θερμικές μονάδες και "φωλιές" (γρίλιες) τους να βάφονται ώστε να εναρμονίζονται με το διάκοσμο του χώρου. Είναι σημαντικό το να είναι οι θερμικές μονάδες και οι φωλιές τους βαμμένες με σωστό τρόπο ώστε να αποφεύγεται το σκάσιμο του χρώματος ή το γέμισμα του με φυσσαλίδες αλλά και μία φανερή αλλαγή απόχρωσης λόγω της μεγάλης θερμότητος.

Οι νέοι θερμικοί αγωγοί, οι θερμικές μονάδες (κλιματιστικά) και φωλιές τους (γρίλιες), πρέπει να ασταρώνονται με ένα λεπτό στρώμα. Οταν αυτό στεγνώσει, κατά προτίμηση με τη βοήθεια λίγης θερμότητας, πρέπει να ακολουθήσει ένα στρώμα τελικής βαφής μικρού πάχους για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα εμφάνισης φυσσαλίδων ή ξεφλουδίσματος. Σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να αυξάνεται η θερμοκρασία στο μέγιστο πριν το χρώμα αποκτήσει την πλήρη σκληρότητα του.

Οι ανοιχτές και μεσαίας έντασης αποχρώσεις καλύπτουν συνήθως με δύο στρώσεις. Στα προϊόντα ΒΙΒΕΧΡΩΜ, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για προστασία του χρήστη και του περιβάλλοντος, χρησιμοποιούνται χρωστικές ουσίες χωρίς μόλυβδο και χρωμικά. Το γεγονός αυτό επηρεάζει την καλυπτικότητα στις πολύ έντονες κόκκινες, πορτοκαλί και κίτρινες αποχρώσεις. Στις αποχρώσεις αυτές συνήθως απαιτούνται περισσότερες από δύο στρώσεις χρώματος για να καλύψουν πλήρως την βαφόμενη επιφάνεια. Στις περιπτώσεις αυτές, για την μείωση του κόστους και την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος, σαν πρώτη στρώση προτείνεται η εφαρμογή μιας ανοικτής απόχρωσης παρόμοιου χρωματικού τόνου.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΧΡΩΣΕΩΝ

Είναι δυνατόν να υπάρξει μικρή απόκλιση στην οπτική αντίληψη ανάμεσα στην απόχρωση της βεντάλιας και στην πραγματική βαμμένη επιφάνεια. Η απόκλιση αυτή μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους όπως:

  • Στη διαφορά γυαλάδας της τυπωμένης απόχρωσης στο χρωματολόγιο και του προϊόντος στην πράξη.
  • Στις μεθόδους και τεχνικές εκτύπωσης της βεντάλιας.
  • Στο αν έχει ασταρωθεί σωστά η επιφάνεια και γενικά στη διαφορετική απορροφητικότητα κάθε βαφόμενης επιφάνειας.
  • Όσον αφορά τις εξωτερικές επιφάνειες, στη μετανάστευση αλάτων από συνήθως κακής ποιότητας υποστρώματα (σοβάδες), προς την επιφάνεια (ασπρίλες, εξανθήματα κλπ).


Όλα τα υδατοδιαλυτά χρώματα περιέχουν διαβρέκτες, που είναι υδατοδιαλυτά πρόσθετα απαραίτητα για τη σωστή διασπορά των πιγμέντων, τη σταθερότητα καθώς και το στρώσιμο του χρώματος. Μεγάλη υγρασία κατά το χρόνο που το χρώμα στεγνώνει μπορεί να επαναδιαλύσει τους διαβρέκτες και να τους βγάλει στην επιφάνεια.

Αυτού του είδους το λέκιασμα μπορεί να εμφανισθεί σαν γαλακτώδεις διαφανείς λουρίδες επάνω στην επιφάνεια . Ο βαθμός αυτού του είδους του λεκιάσματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως υγρασία, θερμοκρασία, συμπύκνωση υδρατμών.

Αυτού του είδους οι λεκέδες δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο την αντοχή, την απόχρωση ή τις προστατευτικές ιδιότητες του τελικού στεγνού φιλμ του χρώματος και εξαφανίζονται μόνοι τους μέσα σε δύο, τρεις μήνες με την φυσική γήρανση του φιλμ. Όμως, μπορούν να αφαιρεθούν εύκολα με καθαρό νερό και ένα μαλακό σπόγγο μετά δύο εβδομάδες από την βαφή.

Τι να προσέχουμε: Μερικές απλές λεπτομέρειες που όταν τις καταλάβουμε κάνουμε πιο έυκολα τις επιλογές των αποχρώσεων και έχουμε καλύτερο έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα. Έχουν να κάνουν με το φωτισμό, τη γυαλάδα και την καλυπτικότητα των αποχρώσεων, αλλά και με την υφή και την κατάλληλη προετοιμασία των βαφόμενων επιφανειών.

ΓΥΑΛΑΔΑ

Τα γυαλιστερά χρώματα αντανακλούν το φως και κάνουν τις αποχρώσεις να φαίνονται πιο έντονες. Πρέπει να εφαρμόζεται σε πολύ λείες και καλά προετοιμασμένες επιφάνειες, διότι αποκαλύπτουν εύκολα πιθανές ατέλειες. Τα ματ χρώματα απορροφούν το φως και κάνουν τις αποχρώσεις πιο απαλές. Τα σατινέ χρώματα πολλές φορές προσδίδουν ένα φινίρισμα ελκυστικό και δίνουν πιο φωτεινές και ζωηρές αποχρώσεις. Το πόσο γυαλιστερή ή ματ είναι μία επιφάνεια φαινέται όταν την παρατηρούμε υπό γωνία 6.

ΦΩΤΙΣΜΟΣ

Ο φωτισμός του χώρου διαμορφώνει με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά το πώς φαίνονται τα χρώματα. Στο άπλετος φως του ήλιου εξωτερικά οι αποχρώσεις φαίνονται πιο ανοιχτές. Οι εσωτερικοί τοίχοι μεταμορφώνονται ανάλογα με το παιχνίδι και την ποσότητα του φυσικού φωτός αλλά και με τη χρήση διαφόρων τύπων λαμπτήρων. Πολλές φορές σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με πιο ζωηρές αποχρώσεις ενισχύουμε τη φωτεινότητα του χώρου, ενώ με το λευκό χρώμα ο χώρος μπορεί να δείχνει πιο σκοτεινός και πιο ψυχρός.

Μία όχι επιμελημένη ανάδευση πριν και κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, μπορεί να δώσει συχνά όχι ικανοποιητικά αποτελέσματα. Τα σωματίδια των πιγμέντων (χρωστικών) είναι βαρύτερα και για το λόγο αυτό, κατά την αποθήκευση και κατά τη χρήση είναι δυνατόν να κατακαθίσουν και να ελαττώσουν την κανονική αναλογία πιγμέντων/ρητίνης.

Εάν το υλικό δεν έχει ανακατευτεί προσεκτικά, πριν και κατά τη διάρκεια της χρήσης, το χρώμα ή η βαφή (stain) δεν θα έχει σωστή καλυπτικότητα και η απόχρωση δεν θα είναι η σωστή.

Το ανακάτεμα ενός καθισμένου χρώματος γίνεται πιο εύκολα εάν το υγρό μεταγγιστεί σε ένα άλλο δοχείο. Η πάστα που θα μείνει στο δοχείο πρέπει να ανακατευτεί με επιμέλεια . Το ανακάτεμα των penetrating stains (βαφών εμποτισμού) έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της εφαρμογής.

Ο αποχρώματισμός της επιφάνειας οφείλεται στην επίδραση θειούχων αεριών σε ενώσεις μολύβδου (π.χ. πράσινου ή κίτρινου χρωμίου) που υπάρχουν σε ορισμένα χρώματα. Τα αέρια αυτά συναντώνται συχνά κοντά σε εγκαταστάσεις εργοστασίων και σε διυλιστήρια. Επίσης δημιουργούνται κατά την καύση λιγνίτου, αποσύνθεση λυμάτων ή από τη μόλυνση ποταμών και λιμένων. Σε αντίθεση με τους λεκέδες από μέταλλα, ο αποχρώματισμός είναι μόνιμη κατάσταση της επιφανείας.

Εάν το λέκιασμα οφείλεται σε πρόσκαιρη μόλυνση της ατμόσφαιρας, θα εξαφανισθεί, καθώς το χρώμα επιφανειακά σε πάρα πολύ μικρή στοιβάδα παθαίνει αποσάθρωση (γίνεται σκόνη) και ξεπλένεται με την βροχή. Ένας αποχρώματισμός είναι δυνατό να απαλειφθεί ή να περιορισθεί με το καθάρισμα των επιφανειών με διάλυμα οξυζενέ ή με διάλυμα οξικού οξέως ή λευκό ξύδι και μετά με ξέπλυμα με καθαρό νερό.

Το θάμπωμα είναι σχηματισμός μίας θαμπής ή ημιδιαφανούς κρυσταλλικής στοιβάδας. Μοιάζει με εξάνθημα. Το θάμπωμα συνήθως εμφανίζεται στις προστατευμένες περιοχές ενός σπιτιού και γενικά έχει σχέση με τα πληρωτικά υλικά ανθρακικού ασβεστίου (στόκου) που περιέχουν τα χρώματα εξωτερικής χρήσης.

Γενικά υπάρχουν δύο τύποι θαμπώματος που παρουσιάζονται στα χρώματα.

1. Ο πρώτος χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην επιφανεία μίας άσπρης σκόνης που μπορεί να αφαιρεθεί με νερό και σαπούνι. Αυτός ο τύπος προκαλείται από την αντίδραση ατμών θειικού οξέως που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα, με τον στόκο (ανθρακικό ασβέστιο) των χρωμάτων και το σχηματισμό έτσι θειικού ασβεστίου. Αυτή η κατάσταση συμβαίνει πολύ συχνά, αλλά γίνεται αντιληπτή μόνο κάτω από τους προβόλους (μαρκίζες), διότι η βροχή ξεπλένει από τα εκτεθειμένα μέρη του κτιρίου το σχηματισμένο θειικό ασβέστιο. Το θάμπωμα αυτό μπορεί να διορθωθεί με το ξέπλυμα υπό πίεση των επιφανειών. Μετά το στέγνωμα γίνεται επαναβαφή με χρώμα που δεν περιέχει στόκο.

2. Ο δεύτερος τρόπος θαμπώματος χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην επιφανεία μίας λευκής στοιβάδας που δεν είναι δυνατόν να απομακρυνθεί με το πλύσιμο. Οταν στάξουμε στην επιφάνεια υδροχλωρικό οξύ εμφανίζονται φυσαλίδες (από το διοξείδιο του άνθρακος που ελευθερώνεται). Αυτός ο τύπος θαμπώματος οφείλεται στο ότι το νερό διαπερνώντας το φιλμ του χρώματος, διαλύει στο χρώμα ανθρακικό ασβέστιο από το υπόστρωμα και εναποθέτει ένα μέρος από αυτό στην επιφάνεια καθώς το νερό εξατμίζεται. Αυτό συνήθως εμφανίζεται κατά τόπους και είναι πιο συνηθισμένο στα υδατοδιαλυτά χρώματα.

Η αποκατάσταση επιφανειών που έχουν παρουσιάσει έντονα θαμπώματα καλό είναι να γίνει με τα υποστρώματα διαλυτού όπου η τυπική λύση είναι το να πλυθεί καλά η επιφάνεια και να ασταρωθεί.

Πρέπει να εξασφαλίζεται καλός εξαερισμός κατά τη διάρκεια καθώς και μετά τη βαφή. Ο εξαερισμός βοηθά στην απομάκρυνση από το φιλμ των πτητικών υλικών. Ένα ισχυρό ρεύμα αέρα όμως μπορεί να επηρεάσει την ομοιομορφία και τη λάμψη των χρωμάτων και βερνικιών εσωτερικής χρήσης.

Τα υλικά που προορίζονται για εξωτερικούς χώρους είναι λιγότερο ευαίσθητα και για το λόγο αυτό σπάνια επηρεάζονται. Εκτός εάν καθορίζεται διαφορετικά, πρέπει να εφαρμόζονται σε θερμοκρασίες ανώτερες από 46°F(8° C).

Επίσης δεν πρέπει να εφαρμόζονται ποτέ όταν βρέχει ή όταν αναμένεται βροχή.

HARDBOARD, M.D.F. και άλλα υλικά είναι πλάκες από παράγωγα ξύλου που χρησιμοποιούνται για τον διαχωρισμό χώρων και παράγονται με συνθήκες υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Κατά την παραγωγή αυτών των προϊόντων προστίθενται κερί στον ξυλοπολτό για να αντιμετωπισθεί η διείσδυση του νερού.Το κερί όμως μπορεί να λιώσει και να εμφανιστεί στην επιφάνεια με την μορφή ενός λιπαρού εξιδρώματος (λεκέ). Όταν συμβεί αυτή η εξίδρωση εμφανίζεται στην επιφάνεια μία σκουρόχρωμη κηλίδα που μπορεί να μαζεύει σκόνη. Είναι επίσης δυνατό το κερί να διαπεράσει τρία και τέσσερα στρώματα επαναβαφής. Παράγοντες που έχουν σημασία είναι το πάχος του φιλμ, η πυκνότητα του υλικού, η θερμοκρασία όπως και η εσωτερική και εξωτερική υγρασία.

Για να προσδιορισθεί το πρόβλημα πρέπει να γίνουν τα ακόλουθα:

1. Λίγες σταγόνες οικιακού λευκαντικού θα αποκλείσουν την περίπτωση της τανίνης, της μούχλας ή του θειούχου λεκιάσματος.

2. Λίγες σταγόνες νερού μπορεί να δημιουργήσουν νησίδες αποχρωματισμένης επιφάνειας αλλά όχι μη αποχρωματισμένη επιφάνεια.

3. Ενα καθάρισμα με white spirit θα αφαιρέσει το λέκιασμα από κερί μετά την εξάτμιση του διαλυτικού. Δεν υπάρχει μία απόλυτα ασφαλής μέθοδος για την βαφή αυτού του είδους των επιφανειών. Ένα αλκυδικό αστάρι ή ένα ακρυλικό αστάρι είναι πιθανώς ο καλύτερος τρόπος για την δημιουργία του σφραγιστικού στρώματος. Συνιστάται ο συντομότερος δυνατός χρόνος ασταρώματος και τελικής βαφής. Κάθε καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.

Προσοχή :Τα οικιακά λευκαντικά είναι δυνατό να προκαλέσουν ερεθισμό στο δέρμα και τα μάτια.
-Να εξαερίζεται καλώς ο χώρος.
-Να χρησιμοποιούνται κατάλληλα προστατευτικά μέσα.

Tριγωνική
για να βρείτε τα m² μιας τριγωνικής επιφάνειας πολλαπλασιάστε το ύψος επί το πλάτος και αυτό που θα βρείτε διαιρέστε το με το 2.
τριγωνική 
Τετραγωνική
Πολλαπλασιάστε το μήκος βάσεως επί το ύψος. Παραλληλόγραμμη
Πολλαπλασιάστε το μήκος βάσεως επί το ύψος. .
τετραγωνική 
Κυλινδρική
Όταν το μήκος του κύκλου βάσεως είναι γνωστό, πολλαπλασιάστε το μήκος του κύκλου επί το ύψος. Όταν η διάμετρος είναι γνωστή πολλαπλασιάστε την διάμετρο επί 3.1416, το αποτέλεσμα αυτό δίδει το μήκος κύκλου. Πολλαπλασιάστε στην συνέχεια το μήκος κύκλου επί το ύψος.
 κυλινδρική
Κυκλική
Για να βρείτε το εμβαδό ενός κύκλου, πολλαπλασιάστε την διάμετρο επί τον εαυτό της και στην συνέχεια, αυτό που βρήκατε πολλαπλασιάστε το επί 0.7854.
 κυκλική
Σφαιρική
Για να βρείτε τα 2 μιας σφαίρας, ή μπάλας, πολλαπλασιάστε την διάμετρο της επί τον εαυτό της και στην συνέχεια αυτό που βρήκατε πολλαπλασιάστε το επί 3.1416. Εάν δεν έχετε την διάμετρο, μπορείτε να την βρείτε μετρώντας το μήκος κύκλου και πολλαπλασιάζοντας το επί 0,31831
 σφαιρική


  Διάμετρος σε m * Εμβαδόν Σφαίρας σε m²  
  1
5
10
15
20
25
30
35
40
45
50
  3,1416
78,54
314,16
706,86
1256,64
1963,50
2827,44
3848,46
5026,56
6361,74
7854
   
     

Μόνο η εξωτερική επιφάνεια. Διπλασιάστε αυτό το αποτέλεσμα και θα βρείτε τη συνολική επιφάνεια.

Τοξοειδής / θολωτή οροφήΠολλαπλασιάστε το μήκος (Β) επί το πλάτος (Α) και σ' αυτό που βρήκατε. Προσθέστε επιπλέον 1/2 που βρήκατε.  τοξοειδής
Οροφή Γαλλικού τύπου
Πολλαπλασιάστε το μήκος (Β) επί το πλάτος (Α) και σ' αυτό που βρήκατε προσθέστε επιπλέον 1/2 αυτού που βρήκατε.
 γαλλική οροφή
Κωνική
Βρείτε το εμβαδό βάσεως σε m2 πολλαπλασιάζοντας την ακτίνα της (Α) επί 3.1416.Βρείτε το εμβαδό της παράπλευρης επιφάνειας πολλαπλασιάζοντας την περίμετρο βάσεως επί 1/2 του ύψους (Β). Προσθέστε τα m2 των εμβαδών βάσεως και παράπλευρης επιφάνειας και θα βρείτε το συνολικό εμβαδό του κώνου.
 κωνική
Δικτυωτά ατσάλινα υποστηρίγματα
Όταν χρησιμοποιείται πιστόλι συνιστάται να υπολογίσετε τα μέτρα σαν να πρόκειται για μια ενιαία επιφάνεια. Διπλασιάστε το μήκος και πολλαπλασιάστε το επί το πλάτος για να βρείτε τα m2 και των δύο πλευρών.
 δικτυωτά
Κολουροειδή κολωνάκια
Για να υπολογίσετε τα m2 ενός κολωνακίου πολλαπλασιάστε το ύψος (Β) επί την μέση διάμετρο (Α) και σ' αυτό που βρήκατε πολλαπλασιάστε το επί 3.
 κουλουροειδή
Περιφράξεις
Όταν η εφαρμογή του χρώματος γίνεται με πιστόλι, θεωρήστε ότι πρόκειται για ενιαία επιφάνεια. Διπλασιάστε την ποσότητα χρώματος προκειμένου να καλύψετε και τις δύο πλευρές. Για να υπολογίσετε πόσο χρώμα χρειάζεται βάφοντας περιφράξεις, πρέπει πρώτα να αποφασίσετε την μέθοδο εφαρμογής. Η πιο οικονομική συνιστώμενη μέθοδος είναι εφαρμογή χρώματος μ' ένα πολύ πλατύ ρολλό.
 περιφράξεις
Κυματοειδής μεταλλικές επιφάνειες

Μεταλλικό φύλλο 2 1/2" Για να βρείτε το πλάτος του φύλλου πριν γίνει κυματοειδές πολλαπλασιάστε το πλάτος του κυματοειδούς φύλλου επί 1,08.

Μεταλλικό φύλλο 1 1/4"
Ομοίως πολλαπλασιάστε το πλάτος του κυματοειδούς φύλλου επί 1,11
 κυματοειδείς

ncs

Το NCS (Natural Colour System) είναι ένα σύστημα λογικής διάταξης των χρωμάτων βασισμένο στην ανθρώπινη αντίληψη του χρώματος. Με το NCS, όλα τα υπάρχοντα χρώματα μπορούν να περιγραφούν με ακρίβεια με βάση μία κωδικοποιημένη διάταξη. Με τη βοήθεια αυτού του κωδικού καθίσταται απλή και εύκολη η ολοκληρωμένη περιγραφή ενός χρώματος και η αντίστοιχη συνεννόηση μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών επαγγελματικών κλάδων και εθνοτήτων.

Το NCS αναπτύχθηκε στη Σκανδιναβία και θεμελιώθηκε με αναλυτικές έρευνες 60 ετών. Έτσι το NCS έχει γίνει ένα από τα πιο αξιόπιστα και ευρέως διαδεδομένα συστήματα κατάταξης χρωμάτων για πρακτική χρήση σε όλο τον κόσμο.

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΤΟ NCS

Το NCS βασίζεται στο πώς βλέπουμε το χρώμα. Τα έξι καθαρά χρώματα που βλέπουμε είναι το λευκό (W), το μαύρο (S), το κίτρινο( Υ), το κόκκινο (R), το μπλε (Β) και το πράσινο (G).

Αυτά είναι τα βασικά χρώματα. Ο κώδικας NCS αντικατοπτρίζει τη σχέση ενός συγκεκριμένου χρώματος προς τα βασικά.
2030: περιγράφει τον τόνο του χρώματος όπου 20 σημαίνει 20% μελανότητα και 30 σημαίνει 30% χρωστικότητα. R90B: περιγράφει την απόχρωση του χρώματος.
Αυτά τα 6 βασικά χρώματα σχηματίζουν το χρωματικό χώρο NCS. Σε αυτόν τον τρισδιάστατο χώρο μπορούν να τοποθετηθούν όλα τα πιθανά χρώματα σύμφωνα με τις τρεις διαστάσεις του χρώματος: απόχρωση, μελανότητα, χρωστικότητα.
Για περαιτέρω διευκόλυνση, ο χώρος διαιρείται σε 2 μοντέλα δύο διαστάσεων: το χρωματικό κύκλο NCS και το χρωματικό τρίγωνο NCS.

ΧΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ 40 ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ

Η απόχρωση δείχνει το χαρακτήρα του χρώματος σε κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο, μωβ, μπλε, πετρόλ και πράσινο. Όπως το χρώμα περνά διαδοχικά στο επόμενο, η απόχρωση μπορεί να εμφανιστεί σαν ένας συνεχής χρωματικός κύκλος με 40 αποχρώσεις.

ncs

Στο χρωματικό κύκλο NCS τα τέσσερα βασικά χρώματα Y - R - B - G τοποθετούνται στα τέσσερα κύρια σημεία του κύκλου - το κίτρινο (Υ) επάνω, μετά το κόκκινο (R) δεξιά, το μπλε (Β) κάτω και το πράσινο (G) αριστερά. Κάθε τεταρτημόριο διαιρείται σε 100 ίσα τμήματα. Στον παραπάνω χρωματικό κύκλο σημειώνεται η απόχρωση R90B κόκκινο(R)  με 90% μπλε (Β). Έτσι, κάθε απόχρωση μπορεί εύκολα να βρεθεί χρησιμοποιώντας την ονοματολογία  NCS.

ΧΡΩΜΑΤΙΚΟ ΤΡΙΓΩΝΟ
Το χρωματικό τρίγωνο  NCS είναι μία κατακόρυφη τομή του χρωματικού χώρου και δείχνει κάθε ομάδα αποχρώσεων. Στο τρίγωνο αυτό, κάθε χρώμα μπορεί να αναγνωριστεί από τον τόνο του, δηλαδή από τη μελανότητα και τη χρωστικότητά του. Το παρακάτω τρίγωνο της απόχρωσης R90B.

ΜΕΛΑΝΟΤΗΤΑ
Στην αριστερή πλευρά του τριγώνου βρίσκεται η κλίμακα των γκρι από το λευκό (W) επάνω μέχρι το μαύρο (S) κάτω. Η κλίμακα διαιρείται σε 100 βαθμίδες. Το χρώμα S 2030- R 90B έχει 20% μελανότητα.
Τα καθαρά γκρι χρώματα δεν έχουν απόχρωση και σημειώνονται μόνο με τον τόνο τους. S0300 - N είναι ένα λευκό γκρι, ακολουθούμενο από το S 0500-N, S 100 - N, S 1500 - N κλπ, μέχρι το S 9000-N, που είναι το μαύρο (Ν= ουδέτερο).

ΧΡΩΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
Η χρωστικότητα (ένταση χρώματος) αυξάνεται όταν μετακινούμαστε από τον άξονα των γκρι (W-S) προς τα δεξιά μέσα στο τρίγωνο, φτάνοντας στη μέγιστη χρωστικότητα (C ) της απόχρωσης, εδώ την R90B. Η κλίμακα διαιρείται σε 100 βαθμίδες. Το χρώμα S 2030 - R 90B έχει 30% χρωστικότητα (ένταση).

Η λευκότητα δεν εμφανίζεται ξεχωριστά και υπολογίζεται ως εξής:

Λευκότητα = 100% - Μελανότητα - Χρωστικότητα.
Για παράδειγμα η απόχρωση S 2030 - R 90B έχει 100- 20 -30= 50% λευκότητα.

Τα χρώματα εξωτερικής χρήσεως που εφαρμόζονται πάνω σε ξύλο, μέταλλο, τοιχοποιία και άλλες επιφάνειες είναι δυνατό να λεκιάσουν ή να ξεθωρίασουν από πολλές αιτίες, όπως η οξείδωση του μετάλλου, οι οξειδωτικοί ατμοί, η μούχλα ή η εξίδρωση εγχρώμων συστατικών. Η απομάκρυνση των λεκέδων μπορεί να επιτευχθεί με τις ακόλουθες μεθόδους:

Λεκέδες Χαλκού
Κατ'αρχήν υγραίνετε την επιφάνεια και στην συνέχεια τρίβετε ελαφρά με σπόγγο που έχει βαπτιστεί σε διάλυμα sodium metasilicate σε νερό (12grs έως 20grs στο λίτρο) έως ότου ο λεκές εξαφανισθεί. Στην συνέχεια ξεπλένετε με καθαρό νερό.

Λεκέδες Σκουριάς
Ακολουθείται η πιο πάνω διαδικασία αλλά ως διάλυμα χρησιμοποιείται ή 2% οξαλικό οξύ σε νερό ή 5% φωσφορικό οξύ σε νερό. Επίσης το λέκιασμα μπορεί να προληφθεί με τη βαφή των εκτεθειμένων μεταλλικών επιφανειών με βερνίκι ή με ένα κατάλληλο χρώμα εξωτερικής χρήσης.

Προσοχή:Το οξαλικό και το φωσφορικό οξύ προκαλεί σοβαρά εγκαύματα στα μάτια και την επιδερμίδα. Να χρησιμοποιείται σε καλά εξαεριζόμενους χώρους και ο τεχνίτης να είναι κατάλληλα προστατευμένος (γυαλιά ασφαλείας, γάντια και μπότες από νεοπρένιο).